Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

χρονομετρικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με την χρονομετρία ή τη χρονομέτρηση ή αναφέρεται σ’ αυτές Βικιλεξικό

Ετυμολογία

χρονομετρικός < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική chronométrique < chronomètre < αρχαία ελληνική χρόνος + μέτρον

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήχρονομετρικόςχρονομετρικήχρονομετρικό
Γενικήχρονομετρικούχρονομετρικήςχρονομετρικού
Αιτιατικήχρονομετρικόχρονομετρικήχρονομετρικό
Κλητικήχρονομετρικέχρονομετρικήχρονομετρικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήχρονομετρικοίχρονομετρικέςχρονομετρικά
Γενικήχρονομετρικώνχρονομετρικώνχρονομετρικών
Αιτιατικήχρονομετρικούςχρονομετρικέςχρονομετρικά
Κλητικήχρονομετρικοίχρονομετρικέςχρονομετρικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →