χρονομετρώ
•
- μετρώ με ακρίβεια, χάρη σε ένα χρονόμετρο, τη διάρκεια ενός γεγονότος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
χρονομετρώ < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική chronométrer < chronomètre < αρχαία ελληνική χρόνος + μέτρον (χρονο- + -μετρώ)
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | χρονομετράω / χρονομετρώ | χρονομετράς / χρονομετρείς / χρονομετρείσαι | χρονομετρά / χρονομετράει / χρονομετρεί / χρονομετρείται | χρονομετράμε / χρονομετρούμε | χρονομετράτε / χρονομετρείστε / χρονομετρείτε | χρονομετράν / χρονομετράνε / χρονομετρούν / χρονομετρούνε |
| Παρατατικός | χρονομετρούμουν / χρονομετρούσα | χρονομετρούσες / χρονομετρούσουν | χρονομετρούνταν / χρονομετρούσε | χρονομετρούμασταν / χρονομετρούσαμε | χρονομετρούσασταν / χρονομετρούσαστε / χρονομετρούσατε | χρονομετρούνταν / χρονομετρούσαν / χρονομετρούσανε |
| Αόριστος | χρονομέτρησα | — | — | — | — | — |
| Μέλλοντας | θα χρονομετράω / θα χρονομετρήσω / θα χρονομετρώ | θα χρονομετράς / θα χρονομετρείς / θα χρονομετρείσαι | θα χρονομετρά / θα χρονομετράει / θα χρονομετρήσει / θα χρονομετρεί / θα χρονομετρείται | θα χρονομετράμε / θα χρονομετρούμε | θα χρονομετράτε / θα χρονομετρείστε / θα χρονομετρείτε | θα χρονομετράν / θα χρονομετράνε / θα χρονομετρούν / θα χρονομετρούνε |
| Υποτακτική | να χρονομετράω / να χρονομετρήσω / να χρονομετρώ | να χρονομετράς / να χρονομετρείς / να χρονομετρείσαι | να χρονομετρά / να χρονομετράει / να χρονομετρήσει / να χρονομετρεί / να χρονομετρείται | να χρονομετράμε / να χρονομετρούμε | να χρονομετράτε / να χρονομετρείστε / να χρονομετρείτε | να χρονομετράν / να χρονομετράνε / να χρονομετρούν / να χρονομετρούνε |
| Προστακτική | — | χροομετρούσα | — | — | χρονομετράτε / χρονομετρείστε / χρονομετρείτε | — |
Μεσοπαθητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | χρονομετριέμαι / χρονομετρούμαι | — | — | χρονομετρούμαστε | — | χρονομετρούνται |
| Παρατατικός | — | — | — | χρονομετρούμαστε | — | — |
| Αόριστος | χρονομετρήθηκα | — | — | — | — | — |
| Μέλλοντας | θα χρονομετριέμαι / θα χρονομετρούμαι | — | — | θα χρονομετρούμαστε | — | θα χρονομετρούνται |
| Υποτακτική | να χρονομετριέμαι / να χρονομετρούμαι | — | — | να χρονομετρούμαστε | — | να χρονομετρούνται |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →