χρονορρυθμιστικός
•
- ο σχετικός με τη χρονορρύθμιση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
χρονορρυθμιστικός < χρονορρύθμιση
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | χρονορρυθμιστικός | χρονορρυθμιστική | χρονορρυθμιστικό |
| Γενική | χρονορρυθμιστικού | χρονορρυθμιστικής | χρονορρυθμιστικού |
| Αιτιατική | χρονορρυθμιστικό | χρονορρυθμιστική | χρονορρυθμιστικό |
| Κλητική | χρονορρυθμιστικέ | χρονορρυθμιστική | χρονορρυθμιστικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | χρονορρυθμιστικοί | χρονορρυθμιστικές | χρονορρυθμιστικά |
| Γενική | χρονορρυθμιστικών | χρονορρυθμιστικών | χρονορρυθμιστικών |
| Αιτιατική | χρονορρυθμιστικούς | χρονορρυθμιστικές | χρονορρυθμιστικά |
| Κλητική | χρονορρυθμιστικοί | χρονορρυθμιστικές | χρονορρυθμιστικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →