Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

χρονορρυθμιστικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. ο σχετικός με τη χρονορρύθμιση Βικιλεξικό

Ετυμολογία

χρονορρυθμιστικός < χρονορρύθμιση

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήχρονορρυθμιστικόςχρονορρυθμιστικήχρονορρυθμιστικό
Γενικήχρονορρυθμιστικούχρονορρυθμιστικήςχρονορρυθμιστικού
Αιτιατικήχρονορρυθμιστικόχρονορρυθμιστικήχρονορρυθμιστικό
Κλητικήχρονορρυθμιστικέχρονορρυθμιστικήχρονορρυθμιστικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήχρονορρυθμιστικοίχρονορρυθμιστικέςχρονορρυθμιστικά
Γενικήχρονορρυθμιστικώνχρονορρυθμιστικώνχρονορρυθμιστικών
Αιτιατικήχρονορρυθμιστικούςχρονορρυθμιστικέςχρονορρυθμιστικά
Κλητικήχρονορρυθμιστικοίχρονορρυθμιστικέςχρονορρυθμιστικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →