Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

χρονοτριβώ

/xɾo.no.tɾiˈvo/ρήμα
•
  1. καθυστερώ να κάνω μια πράξη ή την κάνω συνειδητά-επίτηδες πιο αργά απ' όσο χρειάζεται Βικιλεξικό

Ετυμολογία

χρονοτριβώ < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική χρονοτριβῶ, χρονοτριβέω. Συγχρονικά αναλύεται σε χρονο- + τρίβω

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςχρονοτριβώχρονοτριβείςχρονοτριβείχρονοτριβούμεχρονοτριβείτεχρονοτριβούν / χρονοτριβούνε
Παρατατικόςχρονοτριβούσαχρονοτριβούσεςχρονοτριβούσεχρονοτριβούσαμεχρονοτριβούσατεχρονοτριβούσαν / χρονοτριβούσανε
Αόριστοςχρονοτρίβησαχρονοτρίβησεςχρονοτρίβησεχρονοτριβήσαμεχρονοτριβήσατεχρονοτρίβησαν / χρονοτριβήσαν / χρονοτριβήσανε
Μέλλονταςθα χρονοτριβήσω / θα χρονοτριβώθα χρονοτριβήσεις / θα χρονοτριβείςθα χρονοτριβήσει / θα χρονοτριβείθα χρονοτριβήσουμε / θα χρονοτριβούμεθα χρονοτριβήσετε / θα χρονοτριβείτεθα χρονοτριβήσουν / θα χρονοτριβήσουνε / θα χρονοτριβούν / θα χρονοτριβούνε
Παρακείμενοςέχω χρονοτριβήσειέχεις χρονοτριβήσειέχει χρονοτριβήσειέχουμε χρονοτριβήσειέχετε χρονοτριβήσει—
Υπερσυντέλικοςείχα χρονοτριβήσειείχες χρονοτριβήσειείχε χρονοτριβήσειείχαμε χρονοτριβήσειείχατε χρονοτριβήσει—
Υποτακτικήνα έχω χρονοτριβήσει / να χρονοτριβήσω / να χρονοτριβώνα έχεις χρονοτριβήσει / να χρονοτριβήσεις / να χρονοτριβείςνα έχει χρονοτριβήσει / να χρονοτριβήσει / να χρονοτριβείνα έχουμε χρονοτριβήσει / να χρονοτριβήσουμε / να χρονοτριβούμενα έχετε χρονοτριβήσει / να χρονοτριβήσετε / να χρονοτριβείτενα χρονοτριβήσουν / να χρονοτριβήσουνε / να χρονοτριβούν / να χρονοτριβούνε
Προστακτική—χρονοτρίβησε——χρονοτριβήστε / χρονοτριβείτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →