χρονοτριβώ
•
- καθυστερώ να κάνω μια πράξη ή την κάνω συνειδητά-επίτηδες πιο αργά απ' όσο χρειάζεται Βικιλεξικό
Ετυμολογία
χρονοτριβώ < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική χρονοτριβῶ, χρονοτριβέω. Συγχρονικά αναλύεται σε χρονο- + τρίβω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | χρονοτριβώ | χρονοτριβείς | χρονοτριβεί | χρονοτριβούμε | χρονοτριβείτε | χρονοτριβούν / χρονοτριβούνε |
| Παρατατικός | χρονοτριβούσα | χρονοτριβούσες | χρονοτριβούσε | χρονοτριβούσαμε | χρονοτριβούσατε | χρονοτριβούσαν / χρονοτριβούσανε |
| Αόριστος | χρονοτρίβησα | χρονοτρίβησες | χρονοτρίβησε | χρονοτριβήσαμε | χρονοτριβήσατε | χρονοτρίβησαν / χρονοτριβήσαν / χρονοτριβήσανε |
| Μέλλοντας | θα χρονοτριβήσω / θα χρονοτριβώ | θα χρονοτριβήσεις / θα χρονοτριβείς | θα χρονοτριβήσει / θα χρονοτριβεί | θα χρονοτριβήσουμε / θα χρονοτριβούμε | θα χρονοτριβήσετε / θα χρονοτριβείτε | θα χρονοτριβήσουν / θα χρονοτριβήσουνε / θα χρονοτριβούν / θα χρονοτριβούνε |
| Παρακείμενος | έχω χρονοτριβήσει | έχεις χρονοτριβήσει | έχει χρονοτριβήσει | έχουμε χρονοτριβήσει | έχετε χρονοτριβήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα χρονοτριβήσει | είχες χρονοτριβήσει | είχε χρονοτριβήσει | είχαμε χρονοτριβήσει | είχατε χρονοτριβήσει | — |
| Υποτακτική | να έχω χρονοτριβήσει / να χρονοτριβήσω / να χρονοτριβώ | να έχεις χρονοτριβήσει / να χρονοτριβήσεις / να χρονοτριβείς | να έχει χρονοτριβήσει / να χρονοτριβήσει / να χρονοτριβεί | να έχουμε χρονοτριβήσει / να χρονοτριβήσουμε / να χρονοτριβούμε | να έχετε χρονοτριβήσει / να χρονοτριβήσετε / να χρονοτριβείτε | να χρονοτριβήσουν / να χρονοτριβήσουνε / να χρονοτριβούν / να χρονοτριβούνε |
| Προστακτική | — | χρονοτρίβησε | — | — | χρονοτριβήστε / χρονοτριβείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →