Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

χρυσίζω

/xɾiˈsi.zo/ρήμα
•
  1. έχω χρυσές ανταύγειες, έχω περίπου χρυσαφένιο χρώμα Βικιλεξικό
    • τα μαλλιά μου είναι καστανόξανθα, αλλά στον ήλιο, χρυσίζουν
    • Στην αρχή ο χασλαμάς, δηλαδή το καπνοσπορείο, μετά η φύτευση στο χωράφι, οι ενδιάμεσες καλλιεργητικές εργασίες, ώσπου να χρυσίσει το φύλλο, μετά το μάζεμα το πρωί πριν βγει ο ήλιος, για να περαστούν με τη βελόνα στο σπάγκο και να κρεμαστούν (Ζαφείρης Μέκκος, Ριζώσαμε στην Κομοτηνή, εκδ. Ηρόδοτος, 2002, σελ. 76)

Ετυμολογία

χρυσίζω < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική χρυσίζω < χρυσ(ός) + -ίζω

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςχρυσίζωχρυσίζειςχρυσίζειχρυσίζουμεχρυσίζετεχρυσίζουν / χρυσίζουνε
Παρατατικόςχρύσιζαχρύσιζεςχρύσιζεχρυσίζαμεχρυσίζατεχρυσίζαν / χρυσίζανε / χρύσιζαν
Αόριστοςχρύσισαχρύσισεςχρύσισεχρυσίσαμεχρυσίσατεχρυσίσαν / χρυσίσανε / χρύσισαν
Μέλλονταςθα χρυσίζω / θα χρυσίσωθα χρυσίζεις / θα χρυσίσειςθα χρυσίζει / θα χρυσίσειθα χρυσίζουμε / θα χρυσίσουμεθα χρυσίζετε / θα χρυσίσετεθα χρυσίζουν / θα χρυσίζουνε / θα χρυσίσουν / θα χρυσίσουνε
Παρακείμενοςέχω χρυσίσειέχεις χρυσίσειέχει χρυσίσειέχουμε χρυσίσειέχετε χρυσίσει—
Υπερσυντέλικοςείχα χρυσίσειείχες χρυσίσειείχε χρυσίσειείχαμε χρυσίσει——
Υποτακτικήνα έχω χρυσίσει / να χρυσίζω / να χρυσίσωνα έχεις χρυσίσει / να χρυσίζεις / να χρυσίσειςνα έχει χρυσίσει / να χρυσίζει / να χρυσίσεινα έχουμε χρυσίσει / να χρυσίζουμε / να χρυσίσουμενα έχετε χρυσίσει / να χρυσίζετε / να χρυσίσετενα χρυσίζουν / να χρυσίζουνε / να χρυσίσουν / να χρυσίσουνε
Προστακτική—χρύσιζε / χρύσισε——χρυσίζετε / χρυσίστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →