χρυσώνω
•
- καλύπτω κάτι ή μια επιφάνεια με χρυσό Βικιλεξικό
- στολίζω, μωρό ή το γαμπρό και τη νύφη με χρυσά κοσμήματα ή ποικίλματα για καλή τύχη Βικιλεξικό
- χρωματίζω κάτι με χρυσό χρώμα Βικιλεξικό
- μεταφορικάπροσφέρω σε κάποιον πολύ μεγάλο χρηματικό ποσό Βικιλεξικό
- μεταφορικάπαρακαλώ κάποιον πάρα πολύ, ικετεύω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
χρυσώνω < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική χρυσ(ῶ) (συνηρημένος τύπος του χρυσόω) + -ώνω < χρυσός
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | χρυσώνω | χρυσώνεις | χρυσώνει | χρυσώνουμε | χρυσώνετε | χρυσώνουν / χρυσώνουνε |
| Παρατατικός | χρύσωνα | χρύσωνες | χρύσωνε | χρυσώναμε | χρυσώνατε | χρυσώναν / χρυσώνανε / χρύσωναν |
| Αόριστος | χρύσωσα | χρύσωσες | χρύσωσε | χρυσώσαμε | χρυσώσατε | χρυσώσαν / χρυσώσανε / χρύσωσαν |
| Μέλλοντας | θα χρυσώνω / θα χρυσώσω | θα χρυσώνεις / θα χρυσώσεις | θα χρυσώνει / θα χρυσώσει | θα χρυσώνουμε / θα χρυσώσουμε | θα χρυσώνετε / θα χρυσώσετε | θα χρυσώνουν / θα χρυσώνουνε / θα χρυσώσουν / θα χρυσώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω χρυσώσει | έχεις χρυσώσει | έχει χρυσώσει | έχουμε χρυσώσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα χρυσώσει | είχες χρυσώσει | είχε χρυσώσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω χρυσώσει / να χρυσώνω / να χρυσώσω | να έχεις χρυσώσει / να χρυσώνεις / να χρυσώσεις | να έχει χρυσώσει / να χρυσώνει / να χρυσώσει | να έχουμε χρυσώσει / να χρυσώνουμε / να χρυσώσουμε | να χρυσώνετε / να χρυσώσετε | να χρυσώνουν / να χρυσώνουνε / να χρυσώσουν / να χρυσώσουνε |
| Προστακτική | — | χρύσωνε / χρύσωσε | — | — | χρυσώνετε / χρυσώστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
χρυσώθηκαχρυσώνομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →