χρυσοθήρας
•
- που ψάχνει να βρει μεταλλεία με κοιτάσματα χρυσού ή ακόμη και αποθέσεις χρυσού στις όχθες των ποταμών Βικιλεξικό
- σαν τον άπληστο χρυσοθήρα που η σκαπάνη του κτυπάει σε μια πλούσια φλέβα χρυσού (Κώστας Αθανασιάδης, Ξεπεταγμένοι, εκδ. Δίφρος, 1960, σελ. 121)
- μεταφορικάπου επιδιώκει να αποκτήσει πλούτη με οποιοδήποτε τρόπο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
χρυσοθήρας < (διαχρονικό δάνειο) μεσαιωνική ελληνική χρυσοθήρας < χρυσο- + -θήρας < θήρα (το κυνήγι)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | χρυσοθήρας | χρυσοθήρες |
| Γενική | χρυσοθήρα | χρυσοθηρών |
| Αιτιατική | χρυσοθήρα | χρυσοθήρες |
| Κλητική | χρυσοθήρα | χρυσοθήρες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →