Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

χρυσοθηρικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με τον χρυσοθήρα και τη χρυσοθηρία ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

χρυσοθηρικός < χρυσοθήρας / χρυσοθηρία + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήχρυσοθηρικόςχρυσοθηρικήχρυσοθηρικό
Γενικήχρυσοθηρικούχρυσοθηρικήςχρυσοθηρικού
Αιτιατικήχρυσοθηρικόχρυσοθηρικήχρυσοθηρικό
Κλητικήχρυσοθηρικέχρυσοθηρικήχρυσοθηρικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήχρυσοθηρικοίχρυσοθηρικέςχρυσοθηρικά
Γενικήχρυσοθηρικώνχρυσοθηρικώνχρυσοθηρικών
Αιτιατικήχρυσοθηρικούςχρυσοθηρικέςχρυσοθηρικά
Κλητικήχρυσοθηρικοίχρυσοθηρικέςχρυσοθηρικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →