χρυσοκεντητική
•
- η τέχνη του χρυσοκεντήματος, της κέντησης με χρυσή ή χρυσαφένια κλωστή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
χρυσοκεντητική < ουσιαστικοποιημένο θηλυκό του επιθέτου χρυσοκεντητικός
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | χρυσοκεντητική | χρυσοκεντητικές |
| Γενική | χρυσοκεντητικής | χρυσοκεντητικών |
| Αιτιατική | χρυσοκεντητική | χρυσοκεντητικές |
| Κλητική | χρυσοκεντητική | χρυσοκεντητικές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →