Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

χρυσοκεντώ

ρήμα
•
  1. κεντώ με χρυσή ή χρυσαφένια κλωστή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

χρυσοκεντώ < χρυσο- + κεντώ

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςχρυσοκεντάω / χρυσοκεντώχρυσοκεντάςχρυσοκεντά / χρυσοκεντάειχρυσοκεντάμε / χρυσοκεντούμεχρυσοκεντάτεχρυσοκεντάν / χρυσοκεντάνε / χρυσοκεντούν / χρυσοκεντούνε
Παρατατικόςχρυσοκεντούσαχρυσοκεντούσεςχρυσοκεντούσεχρυσοκεντούσαμεχρυσοκεντούσατεχρυσοκεντούσαν / χρυσοκεντούσανε
Αόριστοςχρυσοκέντησαχρυσοκέντησεςχρυσοκέντησεχρυσοκεντήσαμεχρυσοκεντήσατεχρυσοκέντησαν / χρυσοκεντήσαν / χρυσοκεντήσανε
Μέλλονταςθα χρυσοκεντάω / θα χρυσοκεντήσω / θα χρυσοκεντώθα χρυσοκεντάς / θα χρυσοκεντήσειςθα χρυσοκεντά / θα χρυσοκεντάει / θα χρυσοκεντήσειθα χρυσοκεντάμε / θα χρυσοκεντήσουμε / θα χρυσοκεντούμεθα χρυσοκεντάτε / θα χρυσοκεντήσετεθα χρυσοκεντάν / θα χρυσοκεντάνε / θα χρυσοκεντήσουν / θα χρυσοκεντήσουνε / θα χρυσοκεντούν / θα χρυσοκεντούνε
Παρακείμενοςέχω χρυσοκεντήσειέχεις χρυσοκεντήσει————
Υπερσυντέλικοςείχα χρυσοκεντήσει—————
Υποτακτικήνα έχω χρυσοκεντήσει / να χρυσοκεντάω / να χρυσοκεντήσω / να χρυσοκεντώνα έχεις χρυσοκεντήσει / να χρυσοκεντάς / να χρυσοκεντήσειςνα χρυσοκεντά / να χρυσοκεντάει / να χρυσοκεντήσεινα χρυσοκεντάμε / να χρυσοκεντήσουμε / να χρυσοκεντούμενα χρυσοκεντάτε / να χρυσοκεντήσετενα χρυσοκεντάν / να χρυσοκεντάνε / να χρυσοκεντήσουν / να χρυσοκεντήσουνε / να χρυσοκεντούν / να χρυσοκεντούνε
Προστακτική—χρυσοκέντα / χρυσοκένταγε / χρυσοκέντησε——χρυσοκεντάτε / χρυσοκεντήστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →