Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

χρυσοκεντητικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με το χρυσοκέντημα ή την χρυσοκεντητική ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό
  2. ουσιαστικοποιημένοχρυσοκεντητική Βικιλεξικό

Ετυμολογία

χρυσοκεντητικός < χρυσοκεντώ + -τικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήχρυσοκεντητικόςχρυσοκεντητικήχρυσοκεντητικό
Γενικήχρυσοκεντητικούχρυσοκεντητικήςχρυσοκεντητικού
Αιτιατικήχρυσοκεντητικόχρυσοκεντητικήχρυσοκεντητικό
Κλητικήχρυσοκεντητικέχρυσοκεντητικήχρυσοκεντητικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήχρυσοκεντητικοίχρυσοκεντητικέςχρυσοκεντητικά
Γενικήχρυσοκεντητικώνχρυσοκεντητικώνχρυσοκεντητικών
Αιτιατικήχρυσοκεντητικούςχρυσοκεντητικέςχρυσοκεντητικά
Κλητικήχρυσοκεντητικοίχρυσοκεντητικέςχρυσοκεντητικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →