χρωματογραφώ
•
- χημείαεφαρμόζω χρωματογραφία Βικιλεξικό
- σπάνιοαποδίδω πιστά τα χρώματα σε ζωγραφική απεικόνιση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
χρωματογραφώ < χρωματογράφος + -ώ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | χρωματογραφώ | χρωματογραφείς | χρωματογραφεί | χρωματογραφούμε | χρωματογραφείτε | χρωματογραφούν / χρωματογραφούνε |
| Παρατατικός | χρωματογραφούσα | χρωματογραφούσες | χρωματογραφούσε | χρωματογραφούσαμε | χρωματογραφούσατε | χρωματογραφούσαν / χρωματογραφούσανε |
| Αόριστος | χρωματογράφησα | χρωματογράφησες | χρωματογράφησε | χρωματογραφήσαμε | χρωματογραφήσατε | χρωματογράφησαν / χρωματογραφήσαν / χρωματογραφήσανε |
| Μέλλοντας | θα χρωματογραφήσω / θα χρωματογραφώ | θα χρωματογραφήσεις / θα χρωματογραφείς | θα χρωματογραφήσει / θα χρωματογραφεί | θα χρωματογραφήσουμε / θα χρωματογραφούμε | θα χρωματογραφήσετε / θα χρωματογραφείτε | θα χρωματογραφήσουν / θα χρωματογραφήσουνε / θα χρωματογραφούν / θα χρωματογραφούνε |
| Παρακείμενος | έχω χρωματογραφήσει | έχεις χρωματογραφήσει | έχει χρωματογραφήσει | έχουμε χρωματογραφήσει | έχετε χρωματογραφήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα χρωματογραφήσει | είχες χρωματογραφήσει | είχε χρωματογραφήσει | είχαμε χρωματογραφήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω χρωματογραφήσει / να χρωματογραφήσω / να χρωματογραφώ | να έχεις χρωματογραφήσει / να χρωματογραφήσεις / να χρωματογραφείς | να έχει χρωματογραφήσει / να χρωματογραφήσει / να χρωματογραφεί | να έχουμε χρωματογραφήσει / να χρωματογραφήσουμε / να χρωματογραφούμε | να έχετε χρωματογραφήσει / να χρωματογραφήσετε / να χρωματογραφείτε | να χρωματογραφήσουν / να χρωματογραφήσουνε / να χρωματογραφούν / να χρωματογραφούνε |
| Προστακτική | — | χρωματογράφει / χρωματογράφησε | — | — | χρωματογραφήστε / χρωματογραφείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →