Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

χρωματουργείο

/xɾo.ma.tuɾˈʝi.o/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. λόγιοεργοστάσιο κατασκευής χρωμάτων Βικιλεξικό

Ετυμολογία

χρωματουργείο < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα χρωματουργ(εῖον) + -είο. Μορφολογικά αναλύεται σε χρωματ- + -ουργείο

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήχρωματουργείοχρωματουργεία
Γενικήχρωματουργείουχρωματουργείων
Αιτιατικήχρωματουργείοχρωματουργεία
Κλητικήχρωματουργείοχρωματουργεία

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →