χρωματουργείο
•
- λόγιοεργοστάσιο κατασκευής χρωμάτων Βικιλεξικό
Ετυμολογία
χρωματουργείο < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα χρωματουργ(εῖον) + -είο. Μορφολογικά αναλύεται σε χρωματ- + -ουργείο
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | χρωματουργείο | χρωματουργεία |
| Γενική | χρωματουργείου | χρωματουργείων |
| Αιτιατική | χρωματουργείο | χρωματουργεία |
| Κλητική | χρωματουργείο | χρωματουργεία |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →