χρωστάω
•
- οφείλω, έχω χρέος, έχω υποχρέωση να ανταποδώσω κάτι σε κάποιον Βικιλεξικό
- Μου χρωστάει δύο χιλιάρικα.
- Χρωστάω τρία νοίκια.
- Η Μυρτώ, αφού τελείωσε τις εργασίες της, κατευθύνθηκε με το ποδήλατό της προς την οδό Σερίφ για το μάθημα πιάνου. Καθ΄ οδόν σταμάτησε για να αγοράσει ένα καινούργιο πεντάγραμμο από το κεντρικό βιβλιοχαρτοπωλείο. Αλλά ο καταστηματάρχης δεν τη χρέωσε. Χρωστούσε ήδη πολλά στο γιατρό της, είπε. Κι εκείνη τον ευχαρίστησε θερμά και ένιωσε ικανοποίηση και υπερηφάνεια για τον πατέρα της. (Πέρσα Κουμούτση, Αλεξανδρινές φωνές στην οδό Λέψιους, εκδ. Μεταίχμιο, 2017)
- έχω ηθικό χρέος Βικιλεξικό
- Ευχαριστώ, θα σου χρωστάω χάρη.
- του χρωστάει τη ζωή του
- για μάθημαπρέπει να περάσω εξέταση Βικιλεξικό
- Χρωστάει άλλο ένα μάθημα για το πτυχίο.
Ετυμολογία
χρωστάω < χρωστ(ώ) + -άω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική χρωστῶ < ελληνιστική κοινή χρεωστῶ με έκκρουσα του [e] από το ισχυρότερο /ο/, συνηρημένος τύπος του χρωστέω → δείτε αρχαία ελληνική χρέος
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | χρωστάάω / χρωστάώ | χρωστάάς | χρωστάά / χρωστάάει | χρωστάάμε / χρωστάούμε | χρωστάάτε | χρωστάάν / χρωστάάνε / χρωστάούν / χρωστάούνε |
| Παρατατικός | χρωστάούσα | χρωστάούσες | χρωστάούσε | χρωστάούσαμε | χρωστάούσατε | χρωστάούσαν / χρωστάούσανε |
| Μέλλοντας | θα χρωστάάω / θα χρωστάώ | θα χρωστάάς | θα χρωστάά / θα χρωστάάει | θα χρωστάάμε / θα χρωστάούμε | θα χρωστάάτε | θα χρωστάάν / θα χρωστάάνε / θα χρωστάούν / θα χρωστάούνε |
| Υποτακτική | να χρωστάάω / να χρωστάώ | να χρωστάάς | να χρωστάά / να χρωστάάει | να χρωστάάμε / να χρωστάούμε | να χρωστάάτε | να χρωστάάν / να χρωστάάνε / να χρωστάούν / να χρωστάούνε |
| Προστακτική | — | χρώστάα | — | — | χρωστάάτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →