χτενίζω
•
- περνάω τα μαλλιά μου με μια χτένα, για να τα ξεμπερδέψω και να τους δώσω τη μορφή που θέλω Βικιλεξικό
- μεταφορικάψάχνω εξονυχιστικά μια περιοχή, ερευνώ Βικιλεξικό
- μεταφορικάεπεξεργάζομαι ένα κείμενο που έχω ήδη γράψει, για να διορθώσω όσα λάθη μού έχουν ξεφύγει Βικιλεξικό
Ετυμολογία
χτενίζω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική χτενίζω < αρχαία ελληνική κτενίζω. Για το θέμα κτεν- → δείτε τη λέξη κτείς :* για τη σημασία «ψάχνω, ερευνώ» < σημασιολογικό δάνειο από την αγγλική comb
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | χτενίζω | χτενίζεις | χτενίζει | χτενίζουμε | χτενίζετε | χτενίζουν / χτενίζουνε |
| Παρατατικός | χτένιζα | χτένιζες | χτένιζε | χτενίζαμε | χτενίζατε | χτένιζαν / χτενίζαν / χτενίζανε |
| Αόριστος | χτένισα | χτένισες | χτένισε | χτενίσαμε | χτενίσατε | χτένισαν / χτενίσαν / χτενίσανε |
| Μέλλοντας | θα χτενίζω / θα χτενίσω | θα χτενίζεις / θα χτενίσεις | θα χτενίζει / θα χτενίσει | θα χτενίζουμε / θα χτενίσουμε | θα χτενίζετε / θα χτενίσετε | θα χτενίζουν / θα χτενίζουνε / θα χτενίσουν / θα χτενίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω χτενίσει | έχεις χτενίσει | έχει χτενίσει | έχουμε χτενίσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα χτενίσει | είχες χτενίσει | είχε χτενίσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω χτενίσει / να χτενίζω / να χτενίσω | να έχεις χτενίσει / να χτενίζεις / να χτενίσεις | να έχει χτενίσει / να χτενίζει / να χτενίσει | να έχουμε χτενίσει / να χτενίζουμε / να χτενίσουμε | να χτενίζετε / να χτενίσετε | να χτενίζουν / να χτενίζουνε / να χτενίσουν / να χτενίσουνε |
| Προστακτική | — | χτένιζε / χτένισε | — | — | χτενίζετε / χτενίστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
χτενίστηκαχτενίζομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →