χτενισμένος
•
- που έχει χτενιστεί Βικιλεξικό
- που τον έχουν χτενίσει Βικιλεξικό
- μεταφορικάγια κείμενο που το έχουν επεξεργαστεί γλωσσικά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
χτενισμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου χτενίζω, χτενίζομαι
Άλλοι τύποι
χτενισμέναχτενισμένεχτενισμένεςχτενισμένηχτενισμένηςχτενισμένοχτενισμένοιχτενισμένοςχτενισμένουχτενισμένουςχτενισμένων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →