Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

χτικιάζω

ρήμα
•
  1. αμετάβατοπαθαίνω φυματίωση Βικιλεξικό
  2. μεταβατικόκάνω κάποιον να πάθει φυματίωση Βικιλεξικό
  3. μεταφορικάταλαιπωρούμαι υπερβολικά από πολλά βάσανα Βικιλεξικό
  4. μεταφορικάταλαιπωρώ κάποιον υπερβολικά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

χτικιάζω < μεσαιωνική ελληνική κτικιάζω < ελληνιστική κοινή ἑκτικός (πυρετός: συνεχιζόμενος, για τον πυρετό της φυματίωσης) < αρχαία ελληνική ἕξις < ἔχω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *seǵʰ-

Κλίση

Ενεργητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςχτικιάζωχτικιάζειςχτικιάζειχτικιάζουμεχτικιάζετεχτικιάζουν / χτικιάζουνε
Παρατατικόςχτίκιαζαχτίκιαζεςχτίκιαζεχτικιάζαμεχτικιάζατεχτίκιαζαν / χτικιάζαν / χτικιάζανε
Αόριστοςχτίκιασαχτίκιασεςχτίκιασεχτικιάσαμεχτικιάσατεχτίκιασαν / χτικιάσαν / χτικιάσανε
Μέλλονταςθα χτικιάζω / θα χτικιάσωθα χτικιάζεις / θα χτικιάσειςθα χτικιάζει / θα χτικιάσειθα χτικιάζουμε / θα χτικιάσουμεθα χτικιάζετε / θα χτικιάσετεθα χτικιάζουν / θα χτικιάζουνε / θα χτικιάσουν / θα χτικιάσουνε
Παρακείμενοςέχω χτικιάσειέχεις χτικιάσειέχει χτικιάσειέχουμε χτικιάσειέχετε χτικιάσει—
Υπερσυντέλικοςείχα χτικιάσειείχες χτικιάσειείχε χτικιάσειείχαμε χτικιάσει——
Υποτακτικήνα έχω χτικιάσει / να χτικιάζω / να χτικιάσωνα έχεις χτικιάσει / να χτικιάζεις / να χτικιάσειςνα έχει χτικιάσει / να χτικιάζει / να χτικιάσεινα έχουμε χτικιάσει / να χτικιάζουμε / να χτικιάσουμενα έχετε χτικιάσει / να χτικιάζετε / να χτικιάσετενα χτικιάζουν / να χτικιάζουνε / να χτικιάσουν / να χτικιάσουνε
Προστακτική—χτίκιαζε / χτίκιασε——χτικιάζετε—

Μεσοπαθητικοί τύποι

χτικιάστε

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →