χτικιάζω
•
- αμετάβατοπαθαίνω φυματίωση Βικιλεξικό
- μεταβατικόκάνω κάποιον να πάθει φυματίωση Βικιλεξικό
- μεταφορικάταλαιπωρούμαι υπερβολικά από πολλά βάσανα Βικιλεξικό
- μεταφορικάταλαιπωρώ κάποιον υπερβολικά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
χτικιάζω < μεσαιωνική ελληνική κτικιάζω < ελληνιστική κοινή ἑκτικός (πυρετός: συνεχιζόμενος, για τον πυρετό της φυματίωσης) < αρχαία ελληνική ἕξις < ἔχω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *seǵʰ-
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | χτικιάζω | χτικιάζεις | χτικιάζει | χτικιάζουμε | χτικιάζετε | χτικιάζουν / χτικιάζουνε |
| Παρατατικός | χτίκιαζα | χτίκιαζες | χτίκιαζε | χτικιάζαμε | χτικιάζατε | χτίκιαζαν / χτικιάζαν / χτικιάζανε |
| Αόριστος | χτίκιασα | χτίκιασες | χτίκιασε | χτικιάσαμε | χτικιάσατε | χτίκιασαν / χτικιάσαν / χτικιάσανε |
| Μέλλοντας | θα χτικιάζω / θα χτικιάσω | θα χτικιάζεις / θα χτικιάσεις | θα χτικιάζει / θα χτικιάσει | θα χτικιάζουμε / θα χτικιάσουμε | θα χτικιάζετε / θα χτικιάσετε | θα χτικιάζουν / θα χτικιάζουνε / θα χτικιάσουν / θα χτικιάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω χτικιάσει | έχεις χτικιάσει | έχει χτικιάσει | έχουμε χτικιάσει | έχετε χτικιάσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα χτικιάσει | είχες χτικιάσει | είχε χτικιάσει | είχαμε χτικιάσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω χτικιάσει / να χτικιάζω / να χτικιάσω | να έχεις χτικιάσει / να χτικιάζεις / να χτικιάσεις | να έχει χτικιάσει / να χτικιάζει / να χτικιάσει | να έχουμε χτικιάσει / να χτικιάζουμε / να χτικιάσουμε | να έχετε χτικιάσει / να χτικιάζετε / να χτικιάσετε | να χτικιάζουν / να χτικιάζουνε / να χτικιάσουν / να χτικιάσουνε |
| Προστακτική | — | χτίκιαζε / χτίκιασε | — | — | χτικιάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
χτικιάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →