χτικιάρης
•
- φυματικός, φθισικός Βικιλεξικό
- μεταφορικάχλομός, ασθενικός, αρρωστιάρης Βικιλεξικό
- Ἔ! ναι, δέν ἀπόθανε ὁ χτικιάρης, κι ἂς τὸ περίμενε ὅλος ὁ ντουνιάς. Μπορεῖ νὰ πάθανε ἄλλοι κι ἄλλοι, νὰ μισερευτήκανε γεροὶ ἀνθρῶποι, μὰ αὐτός, αὐτὸ τὸ σάψαλο, τὸ λείψανο αὐτό, ἁρπάχτηκε ἀπ' τὸ τελευταῖο κλαράκι τῆς ζωῆς καὶ δὲν ἔλεγε νὰ πέσει (Μενέλαος Λουντέμης, Γλυκοχάραμα Διηγήματα 3η έκδοση, εκδ. Δορικός, 1965, σελ. 28)
Ετυμολογία
χτικιάρης < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική κτικιάρης < κτικιάζω < κτικιό < ελληνιστική κοινή ἑκτικός (πυρετός: συνεχιζόμενος, για τον πυρετό της φυματίωσης) < αρχαία ελληνική ἕξις < ἔχω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *seǵʰ-
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | χτικιάρης | χτικιάρα | χτικιάρικο |
| Γενική | χτικιάρη | χτικιάρας | χτικιάρικου |
| Αιτιατική | χτικιάρη | χτικιάρα | χτικιάρικο |
| Κλητική | χτικιάρη | χτικιάρα | χτικιάρικο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | χτικιάρηδες | χτικιάρες | χτικιάρικα |
| Γενική | χτικιάρηδων | — | χτικιάρικων |
| Αιτιατική | χτικιάρηδες | χτικιάρες | χτικιάρικα |
| Κλητική | χτικιάρηδες | χτικιάρες | χτικιάρικα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →