χτυπάω
•
- μεταβατικόασκώ κάποια δύναμη σε κάποιον ή κάτι, το(ν) βαρώ, το(ν) πλήττω Βικιλεξικό
- Χτυπάω την πέτρα μ' ένα σφυρί.
- Με χτύπησε ένα μηχανάκι, αλλά τη γλίτωσα.
- μεταβατικόδέρνω Βικιλεξικό
- μεταβατικόπροκαλώ βλάβη, αρρώστια, δυστυχία Βικιλεξικό
- Η μοίρα τον χτύπησε σκληρά.
- μεταβατικόανακατεύω Βικιλεξικό
- μεταβατικόκρούω ή αγγίζω κάτι, προκαλώντας κάποιον ήχο Βικιλεξικό
- χτυπώ το κουδούνι / την πόρτα / την καμπάνα
- μεταβατικόπαίρνω ή καταναλώνω Βικιλεξικό
- Θα χτυπήσω κανένα κουραμπιεδάκι!
- Χτύπησα ένα μεταχειρισμένο αυτοκίνητο σε πολύ καλή κατάσταση.
- αμετάβατοπέφτω πάνω σε κάτι ή κάποιον και πλήττομαι, τραυματίζομαι (ή χαλάω, για άψυχο) Βικιλεξικό
- Χτυπήσανε δυο αυτοκίνητα· τρακάρανε πολύ άσχημα.
- Δε χτύπησε αλλού, μονάχα έσκισε το χείλι του πάνω στην πέτρα. (⌘ Κοσμάς Πολίτης, Εroïca, [μυθιστόρημα], 1937)
- παθητικόχτυπιέμαι: οδύρομαι Βικιλεξικό
- ηχώ (για ξυπνητήρι, συναγερμό) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
χτυπάω < χτυπ(ώ) + -άω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική χτυπῶ < αρχαία ελληνική κτυπῶ, συνηρημένος τύπος του κτυπέω < κτύπος
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | χτυπάω / χτυπώ | χτυπάς | χτυπά / χτυπάει | χτυπάμε / χτυπούμε | χτυπάτε | χτυπάν / χτυπάνε / χτυπούν / χτυπούνε |
| Παρατατικός | χτυπούσα | χτυπούσες | χτυπούσε | χτυπούσαμε | χτυπούσατε | χτυπούσαν / χτυπούσανε |
| Αόριστος | χτύπησα | χτύπησες | χτύπησε | χτυπήσαμε | χτυπήσατε | χτυπήσαν / χτυπήσανε / χτύπησαν |
| Μέλλοντας | θα χτυπάω / θα χτυπήσω / θα χτυπώ | θα χτυπάς / θα χτυπήσεις | θα χτυπά / θα χτυπάει / θα χτυπήσει | θα χτυπάμε / θα χτυπήσουμε / θα χτυπούμε | θα χτυπάτε / θα χτυπήσετε | θα χτυπάν / θα χτυπάνε / θα χτυπήσουν / θα χτυπήσουνε / θα χτυπούν / θα χτυπούνε |
| Παρακείμενος | έχω χτυπήσει | — | — | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω χτυπήσει / να χτυπάω / να χτυπήσω / να χτυπώ | να χτυπάς / να χτυπήσεις | να χτυπά / να χτυπάει / να χτυπήσει | να χτυπάμε / να χτυπήσουμε / να χτυπούμε | να χτυπάτε / να χτυπήσετε | να χτυπάν / να χτυπάνε / να χτυπήσουν / να χτυπήσουνε / να χτυπούν / να χτυπούνε |
| Προστακτική | — | χτύπα / χτύπαγε / χτύπησε | — | — | χτυπάτε / χτυπήστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
χτυπήθηκαχτυπιέμαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →