Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

χτύπος

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. επαναλαμβανόμενος ρυθμικός θόρυβος Βικιλεξικό
    • Κι όλες αυτές οι φωνές ανακατεύονταν με τους μονότονους χτύπους της μαχαίρας των χασάπηδων, που στες ψηλές τους τες εξέδρες, σιωπηλοί εκείνοι, ελιάνιζαν τα κρέατα χαμογελώντας στους μουστερήδες τους, και με τη βοή των ανθρώπων που εμιλούσαν αναμεταξύ τους και που επαζάριαζαν ό,τι εψώνιζαν. (Κωνσταντίνος Θεοτόκης, Η Τιμή και το Χρήμα, Κεφάλαιο ΙΒ', 1914)
  2. κρότος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

χτύπος < μεσαιωνική ελληνική χτύπος < αρχαία ελληνική κτύπος

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήχτύποςχτύποι
Γενικήχτύπουχτύπων
Αιτιατικήχτύποχτύπους
Κλητικήχτύπεχτύποι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →