Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

χτύπημα

/ˈxti.pi.ma/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του χτυπώ Βικιλεξικό
  2. κατ’ επέκτασηη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του χτυπώ Βικιλεξικό
  3. η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του χτυπώ Βικιλεξικό
  4. η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του χτυπώ Βικιλεξικό
    • Πονούσε από τα χτυπήματα στο σώμα, αλλά αυτός το παλτό σκεφτόταν, πως το έκανε μαντάρα, και πως θα έπρεπε να το πάει στο καθαριστήριο , που σημαίνει ότι για μέρες θα κυκλοφορούσε με το κρύο χωρίς πανωφόρι, μόνο με το σακάκι. Χώρια που δεν ήταν σίγουρος αν θα έβγαινε η λαδιά από τη φασολάδα. (Κοσμάς Ι Χαρπαντίδης, Τα δώρα του πανικού: μυθιστόρημα, εκδ. Κέδρος, 2006, σελ. 162)
  5. η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του χτυπώ Βικιλεξικό
  6. η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του χτυπώ Βικιλεξικό
    • άλλες μορφές: χτύπος, κτύπος
    • το χτύπημα της καρδιάς
  7. η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του χτυπώ Βικιλεξικό
    • το χτύπημα του κουδουνιού
  8. μεταφορικάη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του χτυπώ Βικιλεξικό
  9. μεταφορικάη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του χτυπώ Βικιλεξικό

Ετυμολογία

χτύπημα < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική κτύπημα (κρότος, θόρυβος) με ανομοίωση [kt] > [xt] < κτυπέω / κτυπῶ < κτύπος

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήχτύπημαχτυπήματα
Γενικήχτυπήματοςχτυπημάτων
Αιτιατικήχτύπημαχτυπήματα
Κλητικήχτύπημαχτυπήματα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →