χτύπημα
•
- η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του χτυπώ Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του χτυπώ Βικιλεξικό
- η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του χτυπώ Βικιλεξικό
- η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του χτυπώ Βικιλεξικό
- Πονούσε από τα χτυπήματα στο σώμα, αλλά αυτός το παλτό σκεφτόταν, πως το έκανε μαντάρα, και πως θα έπρεπε να το πάει στο καθαριστήριο , που σημαίνει ότι για μέρες θα κυκλοφορούσε με το κρύο χωρίς πανωφόρι, μόνο με το σακάκι. Χώρια που δεν ήταν σίγουρος αν θα έβγαινε η λαδιά από τη φασολάδα. (Κοσμάς Ι Χαρπαντίδης, Τα δώρα του πανικού: μυθιστόρημα, εκδ. Κέδρος, 2006, σελ. 162)
- η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του χτυπώ Βικιλεξικό
- η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του χτυπώ Βικιλεξικό
- άλλες μορφές: χτύπος, κτύπος
- το χτύπημα της καρδιάς
- η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του χτυπώ Βικιλεξικό
- το χτύπημα του κουδουνιού
- μεταφορικάη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του χτυπώ Βικιλεξικό
- μεταφορικάη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του χτυπώ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
χτύπημα < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική κτύπημα (κρότος, θόρυβος) με ανομοίωση [kt] > [xt] < κτυπέω / κτυπῶ < κτύπος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | χτύπημα | χτυπήματα |
| Γενική | χτυπήματος | χτυπημάτων |
| Αιτιατική | χτύπημα | χτυπήματα |
| Κλητική | χτύπημα | χτυπήματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →