Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

χυδαιολογώ

/çi.ðe.o.loˈɣo/ρήμα
•
  1. λέω χυδαιολογίες Βικιλεξικό

Ετυμολογία

χυδαιολογώ < χυδαιολόγ(ος) + -ώ (-λογώ)

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςχυδαιολογώχυδαιολογείςχυδαιολογείχυδαιολογούμεχυδαιολογείτεχυδαιολογούν / χυδαιολογούνε
Παρατατικόςχυδαιολογούσαχυδαιολογούσεςχυδαιολογούσεχυδαιολογούσαμεχυδαιολογούσατεχυδαιολογούσαν / χυδαιολογούσανε
Αόριστοςχυδαιολόγησαχυδαιολόγησεςχυδαιολόγησεχυδαιολογήσαμεχυδαιολογήσατεχυδαιολογήσαν / χυδαιολογήσανε / χυδαιολόγησαν
Μέλλονταςθα χυδαιολογήσω / θα χυδαιολογώθα χυδαιολογήσεις / θα χυδαιολογείςθα χυδαιολογήσει / θα χυδαιολογείθα χυδαιολογήσουμε / θα χυδαιολογούμεθα χυδαιολογήσετε / θα χυδαιολογείτεθα χυδαιολογήσουν / θα χυδαιολογήσουνε / θα χυδαιολογούν / θα χυδαιολογούνε
Παρακείμενοςέχω χυδαιολογήσειέχεις χυδαιολογήσειέχει χυδαιολογήσειέχουμε χυδαιολογήσειέχετε χυδαιολογήσει—
Υπερσυντέλικοςείχα χυδαιολογήσειείχες χυδαιολογήσειείχε χυδαιολογήσειείχαμε χυδαιολογήσει——
Υποτακτικήνα έχω χυδαιολογήσει / να χυδαιολογήσω / να χυδαιολογώνα έχεις χυδαιολογήσει / να χυδαιολογήσεις / να χυδαιολογείςνα έχει χυδαιολογήσει / να χυδαιολογήσει / να χυδαιολογείνα έχουμε χυδαιολογήσει / να χυδαιολογήσουμε / να χυδαιολογούμενα έχετε χυδαιολογήσει / να χυδαιολογήσετε / να χυδαιολογείτενα χυδαιολογήσουν / να χυδαιολογήσουνε / να χυδαιολογούν / να χυδαιολογούνε
Προστακτική—χυδαιολόγει / χυδαιολόγησε——χυδαιολογήστε / χυδαιολογείτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →