χυδαιολόγος
•
- λόγιοαυτός που χυδαιολογεί· χρησιμοποιεί χυδαίες λέξεις και εκφράσεις ή διατυπώνει χυδαία τις απόψεις του Βικιλεξικό
Ετυμολογία
χυδαιολόγος < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα χυδαιολόγος < χυδαιο(λογία) + -λόγος (αναδρομικός σχηματισμός) → δείτε τη λέξη χυδαῖος. Μορφολογικά αναλύεται σε χυδαί(ος) + -ο- + -λόγος.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | χυδαιολόγος | χυδαιολόγοι |
| Γενική | χυδαιολόγου | χυδαιολόγων |
| Αιτιατική | χυδαιολόγο | χυδαιολόγους |
| Κλητική | χυδαιολόγε | χυδαιολόγοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →