χυδαιολογώ
•
- λέω χυδαιολογίες Βικιλεξικό
Ετυμολογία
χυδαιολογώ < χυδαιολόγ(ος) + -ώ (-λογώ)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | χυδαιολογώ | χυδαιολογείς | χυδαιολογεί | χυδαιολογούμε | χυδαιολογείτε | χυδαιολογούν / χυδαιολογούνε |
| Παρατατικός | χυδαιολογούσα | χυδαιολογούσες | χυδαιολογούσε | χυδαιολογούσαμε | χυδαιολογούσατε | χυδαιολογούσαν / χυδαιολογούσανε |
| Αόριστος | χυδαιολόγησα | χυδαιολόγησες | χυδαιολόγησε | χυδαιολογήσαμε | χυδαιολογήσατε | χυδαιολογήσαν / χυδαιολογήσανε / χυδαιολόγησαν |
| Μέλλοντας | θα χυδαιολογήσω / θα χυδαιολογώ | θα χυδαιολογήσεις / θα χυδαιολογείς | θα χυδαιολογήσει / θα χυδαιολογεί | θα χυδαιολογήσουμε / θα χυδαιολογούμε | θα χυδαιολογήσετε / θα χυδαιολογείτε | θα χυδαιολογήσουν / θα χυδαιολογήσουνε / θα χυδαιολογούν / θα χυδαιολογούνε |
| Παρακείμενος | έχω χυδαιολογήσει | έχεις χυδαιολογήσει | έχει χυδαιολογήσει | έχουμε χυδαιολογήσει | έχετε χυδαιολογήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα χυδαιολογήσει | είχες χυδαιολογήσει | είχε χυδαιολογήσει | είχαμε χυδαιολογήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω χυδαιολογήσει / να χυδαιολογήσω / να χυδαιολογώ | να έχεις χυδαιολογήσει / να χυδαιολογήσεις / να χυδαιολογείς | να έχει χυδαιολογήσει / να χυδαιολογήσει / να χυδαιολογεί | να έχουμε χυδαιολογήσει / να χυδαιολογήσουμε / να χυδαιολογούμε | να έχετε χυδαιολογήσει / να χυδαιολογήσετε / να χυδαιολογείτε | να χυδαιολογήσουν / να χυδαιολογήσουνε / να χυδαιολογούν / να χυδαιολογούνε |
| Προστακτική | — | χυδαιολόγει / χυδαιολόγησε | — | — | χυδαιολογήστε / χυδαιολογείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →