χυλοποιητικός
•
- που έχει σχέση με χυλοποίηση ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
χυλοποιητικός < χυλοποιώ + -τικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | χυλοποιητικός | χυλοποιητική | χυλοποιητικό |
| Γενική | χυλοποιητικού | χυλοποιητικής | χυλοποιητικού |
| Αιτιατική | χυλοποιητικό | χυλοποιητική | χυλοποιητικό |
| Κλητική | χυλοποιητικέ | χυλοποιητική | χυλοποιητικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | χυλοποιητικοί | χυλοποιητικές | χυλοποιητικά |
| Γενική | χυλοποιητικών | χυλοποιητικών | χυλοποιητικών |
| Αιτιατική | χυλοποιητικούς | χυλοποιητικές | χυλοποιητικά |
| Κλητική | χυλοποιητικοί | χυλοποιητικές | χυλοποιητικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →