Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

χυλοποιητικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με χυλοποίηση ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

χυλοποιητικός < χυλοποιώ + -τικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήχυλοποιητικόςχυλοποιητικήχυλοποιητικό
Γενικήχυλοποιητικούχυλοποιητικήςχυλοποιητικού
Αιτιατικήχυλοποιητικόχυλοποιητικήχυλοποιητικό
Κλητικήχυλοποιητικέχυλοποιητικήχυλοποιητικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήχυλοποιητικοίχυλοποιητικέςχυλοποιητικά
Γενικήχυλοποιητικώνχυλοποιητικώνχυλοποιητικών
Αιτιατικήχυλοποιητικούςχυλοποιητικέςχυλοποιητικά
Κλητικήχυλοποιητικοίχυλοποιητικέςχυλοποιητικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →