χυλοποιώ
•
- δημιουργώ χυλό ή μεταβάλλω κάτι σε χυλό Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηπολτοποιώ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
χυλοποιώ < χυλός + -ο- + -ποιώ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | χυλοποιώ | χυλοποιείς | χυλοποιεί | χυλοποιούμε | χυλοποιείτε | χυλοποιούν / χυλοποιούνε |
| Παρατατικός | χυλοποιούσα | χυλοποιούσες | χυλοποιούσε | χυλοποιούσαμε | χυλοποιούσατε | χυλοποιούσαν / χυλοποιούσανε |
| Αόριστος | χυλοποίησα | χυλοποίησες | χυλοποίησε | χυλοποιήσαμε | χυλοποιήσατε | χυλοποίησαν / χυλοποιήσαν / χυλοποιήσανε |
| Μέλλοντας | θα χυλοποιήσω / θα χυλοποιώ | θα χυλοποιήσεις / θα χυλοποιείς | θα χυλοποιήσει / θα χυλοποιεί | θα χυλοποιήσουμε / θα χυλοποιούμε | θα χυλοποιήσετε / θα χυλοποιείτε | θα χυλοποιήσουν / θα χυλοποιήσουνε / θα χυλοποιούν / θα χυλοποιούνε |
| Παρακείμενος | έχω χυλοποιήσει | έχεις χυλοποιήσει | έχει χυλοποιήσει | έχουμε χυλοποιήσει | έχετε χυλοποιήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα χυλοποιήσει | είχες χυλοποιήσει | είχε χυλοποιήσει | είχαμε χυλοποιήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω χυλοποιήσει / να χυλοποιήσω / να χυλοποιώ | να έχεις χυλοποιήσει / να χυλοποιήσεις / να χυλοποιείς | να έχει χυλοποιήσει / να χυλοποιήσει / να χυλοποιεί | να έχουμε χυλοποιήσει / να χυλοποιήσουμε / να χυλοποιούμε | να έχετε χυλοποιήσει / να χυλοποιήσετε / να χυλοποιείτε | να χυλοποιήσουν / να χυλοποιήσουνε / να χυλοποιούν / να χυλοποιούνε |
| Προστακτική | — | χυλοποίει / χυλοποίησε | — | — | χυλοποιήστε / χυλοποιείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →