Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

χυλοποιώ

ρήμα
•
  1. δημιουργώ χυλό ή μεταβάλλω κάτι σε χυλό Βικιλεξικό
  2. κατ’ επέκτασηπολτοποιώ Βικιλεξικό

Ετυμολογία

χυλοποιώ < χυλός + -ο- + -ποιώ

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςχυλοποιώχυλοποιείςχυλοποιείχυλοποιούμεχυλοποιείτεχυλοποιούν / χυλοποιούνε
Παρατατικόςχυλοποιούσαχυλοποιούσεςχυλοποιούσεχυλοποιούσαμεχυλοποιούσατεχυλοποιούσαν / χυλοποιούσανε
Αόριστοςχυλοποίησαχυλοποίησεςχυλοποίησεχυλοποιήσαμεχυλοποιήσατεχυλοποίησαν / χυλοποιήσαν / χυλοποιήσανε
Μέλλονταςθα χυλοποιήσω / θα χυλοποιώθα χυλοποιήσεις / θα χυλοποιείςθα χυλοποιήσει / θα χυλοποιείθα χυλοποιήσουμε / θα χυλοποιούμεθα χυλοποιήσετε / θα χυλοποιείτεθα χυλοποιήσουν / θα χυλοποιήσουνε / θα χυλοποιούν / θα χυλοποιούνε
Παρακείμενοςέχω χυλοποιήσειέχεις χυλοποιήσειέχει χυλοποιήσειέχουμε χυλοποιήσειέχετε χυλοποιήσει—
Υπερσυντέλικοςείχα χυλοποιήσειείχες χυλοποιήσειείχε χυλοποιήσειείχαμε χυλοποιήσει——
Υποτακτικήνα έχω χυλοποιήσει / να χυλοποιήσω / να χυλοποιώνα έχεις χυλοποιήσει / να χυλοποιήσεις / να χυλοποιείςνα έχει χυλοποιήσει / να χυλοποιήσει / να χυλοποιείνα έχουμε χυλοποιήσει / να χυλοποιήσουμε / να χυλοποιούμενα έχετε χυλοποιήσει / να χυλοποιήσετε / να χυλοποιείτενα χυλοποιήσουν / να χυλοποιήσουνε / να χυλοποιούν / να χυλοποιούνε
Προστακτική—χυλοποίει / χυλοποίησε——χυλοποιήστε / χυλοποιείτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →