Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

χυτήριο

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. εγκατάσταση όπου γίνεται η καμίνευση, το λιώσιμο των μετάλλων και το χυσιμό τους σε ειδικά καλούπια Βικιλεξικό
    • Χυτήριο για τη δημιουργία κολώνων αλουμινίου από πρωτόχυτο ή δευτερόχυτο (ανακυκλωμένο) αλουμίνιο (Η ελληνική πολυεθνική με 30 χρόνια εντυπωσιακής ανάπτυξης, εφημ. Καθημερινή, 05/06/2019 https://www.kathimerini.gr/economy/business/1026658/i-elliniki-polyethniki-me-30-chronia-entyposiakis-anaptyxis/)

Ετυμολογία

χυτήριο < (καθαρεύουσα) χυτήριον < χύνω + -τήριον

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήχυτήριοχυτήρια
Γενικήχυτήριου / χυτηρίουχυτηρίων
Αιτιατικήχυτήριοχυτήρια
Κλητικήχυτήριοχυτήρια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →