χωριστός
•
- για να δείξει την απομόνωση ή την αυτονομία ενός χώρου από τους άλλους ή μιας λειτουργίας από τις υπόλοιπες Βικιλεξικό
- Έχει χωριστό δωμάτιο πια από την αδελφή του.
- Η συσκευή διαθέτει δύο χωριστούς διακόπτες λειτουργίας για τον ιονιστή και ...
- Είναι πια χωριστός δήμος, δεν υπάγεται στης Αθήνας.
- Κόψ' το σε χωριστές μερίδες να φτάσει για όλους.
- Για το δικό σας ηλεκτρικό ρεύμα θα εκδοθεί χωριστός λογαριασμός από τη ΔΕΗ μόνον αν βάλετε δικό σας "ρολόι".
- Στα μεγάλα σχολεία γίνεται χωριστός προαυλισμός, σε διαφορετικές ώρες.
- Υπάρχει χωριστή και κοινή δήλωση φορολογίας εισοδήματος.
- για να δείξει πιο έντονα μια διαφωνία] Βικιλεξικό
- Κατέβηκαν αυτή τη φορά στις εκλογές με χωριστούς υποψηφίους.
- Οι υποθέσεις διαχωρίστηκαν και για το φόνο θα γίνει χωριστή δίκη στο Κακουργιοδικείο.
- Ήθελε συζήτηση εφ' όλης της ύλης, αλλά του είπα ότι ειδικά τα περιουσιακά είναι χωριστό θέμα.
- για να δείξει κάτι που γίνεται μεμονωμένα από έναν εταίρο, άτομο ή χώρα, και που η ενέργειά του να συνάψει συμφωνία με τρίτους είναι συχνά εις βάρος των άλλων εταίρων του Βικιλεξικό
- Έκανε χωριστή συμφωνία για το οικόπεδο με τον εξάδελφό του και οι υπόλοιποι δεν ξέραμε τίποτα.
- Προχώρησε σε χωριστή σύναψη ειρήνης με τους Ρώσους για να καλύψει τα νώτα του.
- για να δείξει σειρά ενεργειών που δεν πρέπει να γίνουν ταυτόχρονα Βικιλεξικό
- Βάλε χωριστά τα αυγά, αλλιώς δεν θα πετύχει η συνταγή.
Ετυμολογία
χωριστός < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική χωριστός < χωρίζω < χωρίς
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | χωριστός | χωριστή | χωριστό |
| Γενική | χωριστού | χωριστής | χωριστού |
| Αιτιατική | χωριστό | χωριστή | χωριστό |
| Κλητική | χωριστέ | χωριστή | χωριστό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | χωριστοί | χωριστές | χωριστά |
| Γενική | χωριστών | χωριστών | χωριστών |
| Αιτιατική | χωριστούς | χωριστές | χωριστά |
| Κλητική | χωριστοί | χωριστές | χωριστά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →