Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

χωροδεσποτεία

/xo.ɾo.ðe.spoˈti.a/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. ιστορίαη ιδιοκτησία που ανήκε στο χωροδεσπότη Βικιλεξικό
    • Μέσα στο κάστρο έμενε ο άρχοντας. Ο πύργος του φαινόταν σε όλη την περιοχή. Το χωριό με την περιοχή του και το κάστρο με τον πύργο του άρχοντα αποτελούσαν μια χωροδεσποτεία. Η χωροδεσποτεία μπορούσε να ανήκει σ’ έναν άρχοντα γαιοκτήμονα (κοσμική χωροδεσποτεία) ή σ’ ένα μοναστήρι (εκκλησιαστική χωροδεσποτεία).

Ετυμολογία

χωροδεσποτεία < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα χωροδεσποτεία, ήδη το 1836 < χωροδεσπότ(ης) + -εία. Μορφολογικά αναλύεται σε χωρο- + δεσποτεία

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήχωροδεσποτείαχωροδεσποτείες
Γενικήχωροδεσποτείαςχωροδεσποτειών
Αιτιατικήχωροδεσποτείαχωροδεσποτείες
Κλητικήχωροδεσποτείαχωροδεσποτείες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →