χωροδεσπότης
•
- ιστορίαο ιδιοκτήτης μιας περιοχής ή χώρας, κυρίαρχος δεσπότης ενός φέουδου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
χωροδεσπότης < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα χωροδεσπότης, (μαρτυρείται από το 1836) Μορφολογικά αναλύεται σε χωρο- + δεσπότης.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | χωροδεσπότης | χωροδεσπότες |
| Γενική | χωροδεσπότη | χωροδεσποτών |
| Αιτιατική | χωροδεσπότη | χωροδεσπότες |
| Κλητική | χωροδεσπότη | χωροδεσπότες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →