Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

χόνδρινος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με χόνδρο, αναφέρεται σ’ αυτόν ή αποτελείται από χόνδρο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

χόνδρινος < αρχαία ελληνική χόνδρινος < χόνδρος (σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική cartilagineux ή σημασιολογικό δάνειο από την αγγλική chondric)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήχόνδρινοςχόνδρινηχόνδρινο
Γενικήχόνδρινουχόνδρινηςχόνδρινου
Αιτιατικήχόνδρινοχόνδρινηχόνδρινο
Κλητικήχόνδρινεχόνδρινηχόνδρινο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήχόνδρινοιχόνδρινεςχόνδρινα
Γενικήχόνδρινωνχόνδρινωνχόνδρινων
Αιτιατικήχόνδρινουςχόνδρινεςχόνδρινα
Κλητικήχόνδρινοιχόνδρινεςχόνδρινα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →