χόχλος
•
- Το βράσιμο, η βράση. Βικιλεξικό
- Τον έκαιγε από μέσα, χόχλος ζεματιστός. (Βασίλης Φυτσιλής).
- Το φούσκωμα που προκαλεί ο βρασμός. Βικιλεξικό
- ...ωσάν το χόχλο στο νερό που αναβράζει. (Διονύσιος Σολωμός).
- Ήχος που μοιάζει με τον ήχο του βρασμού. Βικιλεξικό
- Ακουγόταν ένας ψίθυρος χόχλου.
Ετυμολογία
χόχλος < χοχλάζω.
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →