χύδην
•
- για προϊόνασυσκεύαστα, αφιάλωτα, προς πώληση χωρίς συσκευασία ή εμφιάλωση Βικιλεξικό
- χύδην φορτίο
- μεταφορικάστην φράση «χύδην λαός» αμόρφωτος λαός Βικιλεξικό
Ετυμολογία
χύδην < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική χύδην
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →