χυδαῖος
•
- μειωτικόκοινός, δημοτικός, χυδαίος, ακαλλιέργητος Βικιλεξικό
- 1832 ⌘ Ἀδαμάντιος Κοραής, Ἄτακτα, Τόμος τέταρτος, ἐν Παρισίοις, σελ. 318
- 1911 ⌘ Λορέντζος Μαβίλης
Ετυμολογία
χυδαῖος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή χυδαῖος, σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική vulgaire και κατά την σημασία του χυδαιολογία : ΑΠΟΓΟΝΟΙ: ⇘ νέα ελληνικά: χυδαίος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | χυδαῖος | χυδαία / χυδαῖα / χυδαῖος | τὸ / χυδαῖον |
| Γενική | τοῦ / χυδαίου | τῆς / χυδαίας / χυδαίου | τοῦ / χυδαίου |
| Αιτιατική | τὸν / χυδαῖον | τὴν / χυδαίαν / χυδαῖον | τὸ / χυδαῖον |
| Κλητική | χυδαῖε | χυδαία / χυδαῖε | χυδαῖον |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | οἱ / χυδαῖοι | αἱ / χυδαῖαι / χυδαῖοι | τὰ / χυδαῖα |
| Γενική | τῶν / χυδαίων | τῶν / χυδαίων | τῶν / χυδαίων |
| Αιτιατική | τοὺς / χυδαίους | τὰς / χυδαίας / χυδαίους | τὰ / χυδαῖα |
| Κλητική | χυδαῖοι | χυδαῖαι / χυδαῖοι | χυδαῖα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →