Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ψάλτης

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. θρησκείαεκείνος που ψάλλει, κυρίως στην εκκλησία Βικιλεξικό
    • Ο ψάλτης υπενύσταζε και έκαμνε «μετάνοιες» όρθιος στο στασίδι, κι' ο γέρο‑Δημητρός, ο πρώην νεωκόρος κ' επίτροπος επί των εξωκκλησίων, χωρίς ο νους του ν' αποσπάται απ' το παγγάρι και τα κηρία, έπαιρνε «δύο τροπάρια» καθιστός στο στασίδι. (Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Τα μετά θάνατον, Η χολεριασμένη, 1915)
    • Τέλος ὁ γερο-Κονόμος λέγει εἰς τὸν Νταραδῆμον: ― Θὰ μᾶς πῇς τώρα καὶ κανένα τροπαράκι γιὰ τὴν καλὴ χρονιά; Μὴν ἐξέχασαν κανένα οἱ ψάλτηδες καὶ δὲν τὸ εἶπαν; ― Ἀληθινά, εἶπεν ὁ Νταραδῆμος, ἀπαράτησαν ἕνα μεγαλυνάριο, δὲν ξέρω πῶς τοὺς ἦρθε. «Μεγάλυνον, ψυχή μου, τὴν ἁγνὴν Παρθένον, τὴν γεννησαμένην Χριστὸν τὸν Βασιλέα». Μυστήριον ξένον… (Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Ἡ Ντελησυφέρω, 1904)

Ετυμολογία

ψάλτης < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή ψάλτης < αρχαία ελληνική ψάλτης (εκτελεστής άρπας) < ψάλλω

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήψάλτηςψάλτες, ψάλτηδες / ψαλτάδες
Γενικήψάλτηψαλτάδων / ψαλτών, ψάλτηδων
Αιτιατικήψάλτηψάλτες, ψάλτηδες / ψαλτάδες
Κλητικήψάλτηψάλτες, ψάλτηδες / ψαλτάδες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →