ψέγω
•
- επικρίνω, ασκώ αρνητική κριτική, κατακρίνω, μέμφομαι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ψέγω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ψέγω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ψέγω | ψέγεις | ψέγει | ψέγουμε | ψέγετε | ψέγουν / ψέγουνε |
| Παρατατικός | έψεγα | έψεγες | έψεγε | ψέγαμε | ψέγατε | έψεγαν / ψέγαν / ψέγανε |
| Αόριστος | έψεξα | έψεξες | έψεξε | ψέξαμε | ψέξατε | έψεξαν / ψέξαν / ψέξανε |
| Μέλλοντας | θα ψέγω / θα ψέξω | θα ψέγεις / θα ψέξεις | θα ψέγει / θα ψέξει | θα ψέγουμε / θα ψέξουμε | θα ψέγετε / θα ψέξετε | θα ψέγουν / θα ψέγουνε / θα ψέξουν / θα ψέξουνε |
| Παρακείμενος | έχω ψέξει | έχεις ψέξει | — | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ψέξει | είχες ψέξει | — | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ψέξει / να ψέγω / να ψέξω | να έχεις ψέξει / να ψέγεις / να ψέξεις | να ψέγει / να ψέξει | να ψέγουμε / να ψέξουμε | να ψέγετε / να ψέξετε | να ψέγουν / να ψέγουνε / να ψέξουν / να ψέξουνε |
| Προστακτική | — | έχε ψεγμένο / ψέγε / ψέξε | — | — | ψέγετε / ψέξτε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
ψέχτηκαψέγομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →