ψέλλισμα
•
- λόγος που εκφωνείται χαμηλόφωνα, διστακτικά ή/και με προβληματική άρθρωση από ενήλικα ή οι πρώτες απόπειρες ενός βρέφους να μιλήσει, τα πρώτα του λογάκια Βικιλεξικό
- ανολοκλήρωτος και μη πειστικός λόγος ή επιχείρημα Βικιλεξικό
- Τα ψελλίσματα, οι απίθανες δικαιολογίες για τα συγγενικά και φιλικά πρόσωπα που διορίστηκαν παραμονές των εκλογών σε εποπτευόμενο από τον ίδιο κρατικό οργανισμό, αλλά και η επίκληση του παλαιοκομματικού επιχειρήματος «και οι άλλοι τα ίδια έκαναν», φανέρωναν πρόσωπο κυνικό, που δεν έχει αίσθηση των πολιτικών, οικονομικών και κοινωνικών συνθηκών, ούτε αντίληψη της οργής που διακατέχει τον ελληνικό λαό. (από την εφημερίδα ΤΟ ΒΗΜΑ, 6 Ιουλίου 2010)
Ετυμολογία
ψέλλισμα < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ψέλλισμα < αρχαία ελληνική ψελλίζομαι
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ψέλλισμα | ψελλίσματα |
| Γενική | ψελλίσματος | ψελλισμάτων |
| Αιτιατική | ψέλλισμα | ψελλίσματα |
| Κλητική | ψέλλισμα | ψελλίσματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →