ψελλίζω
•
- λέω τις λέξεις με δυσκολία Βικιλεξικό
- μιλώ διστακτικά, φοβισμένα και γενικά χαμηλόφωνα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ψελλίζω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ψελλίζω (τραυλίζω)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ψελλίζω | ψελλίζεις | ψελλίζει | ψελλίζουμε | ψελλίζετε | ψελλίζουν / ψελλίζουνε |
| Παρατατικός | ψέλλιζα | ψέλλιζες | ψέλλιζε | ψελλίζαμε | ψελλίζατε | ψέλλιζαν / ψελλίζαν / ψελλίζανε |
| Αόριστος | ψέλλισα | ψέλλισες | ψέλλισε | ψελλίσαμε | ψελλίσατε | ψέλλισαν / ψελλίσαν / ψελλίσανε |
| Μέλλοντας | θα ψελλίζω / θα ψελλίσω | θα ψελλίζεις / θα ψελλίσεις | θα ψελλίζει / θα ψελλίσει | θα ψελλίζουμε / θα ψελλίσουμε | θα ψελλίζετε / θα ψελλίσετε | θα ψελλίζουν / θα ψελλίζουνε / θα ψελλίσουν / θα ψελλίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ψελλίσει | έχεις ψελλίσει | έχει ψελλίσει | έχουμε ψελλίσει | έχετε ψελλίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ψελλίσει | είχες ψελλίσει | είχε ψελλίσει | είχαμε ψελλίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ψελλίσει / να ψελλίζω / να ψελλίσω | να έχεις ψελλίσει / να ψελλίζεις / να ψελλίσεις | να έχει ψελλίσει / να ψελλίζει / να ψελλίσει | να έχουμε ψελλίσει / να ψελλίζουμε / να ψελλίσουμε | να έχετε ψελλίσει / να ψελλίζετε / να ψελλίσετε | να ψελλίζουν / να ψελλίζουνε / να ψελλίσουν / να ψελλίσουνε |
| Προστακτική | — | ψέλλιζε / ψέλλισε | — | — | ψελλίζετε / ψελλίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →