ψαθερός
•
- λογοτεχνικόπου μοιάζει με ψάθινος, που έχει τα χαρακτηριστικά της ψάθας Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ψαθερός < ψάθ(α) + -ερός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ψαθερός | ψαθερή | ψαθερό |
| Γενική | ψαθερού | ψαθερής | ψαθερού |
| Αιτιατική | ψαθερό | ψαθερή | ψαθερό |
| Κλητική | ψαθερέ | ψαθερή | ψαθερό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ψαθεροί | ψαθερές | ψαθερά |
| Γενική | ψαθερών | ψαθερών | ψαθερών |
| Αιτιατική | ψαθερούς | ψαθερές | ψαθερά |
| Κλητική | ψαθεροί | ψαθερές | ψαθερά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →