ψάθινος
•
- ο κατασκευασμένος από ψάθα Βικιλεξικό
- Κατάρα σ' ὅ,τι κάλυμμα ἡ κεφαλὴ φορέσῃ,
- ψηλὸ καπέλο ψάθινο, καστόρι, σκούφια, φέσι,
- κι' εἰς ὅ,τι τὰ ποδάρια μας κοσμεῖ καὶ περιβάλλει,
- παντοῦφλα, καραμάντουλο, τσαροῦχι καὶ στιβάλι.
Ετυμολογία
ψάθινος < ψάθα
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ψάθινος | ψάθινη | ψάθινο |
| Γενική | ψάθινου | ψάθινης | ψάθινου |
| Αιτιατική | ψάθινο | ψάθινη | ψάθινο |
| Κλητική | ψάθινε | ψάθινη | ψάθινο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ψάθινοι | ψάθινες | ψάθινα |
| Γενική | ψάθινων | ψάθινων | ψάθινων |
| Αιτιατική | ψάθινους | ψάθινες | ψάθινα |
| Κλητική | ψάθινοι | ψάθινες | ψάθινα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →