Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ψαθυρός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που εύκολα θρυμματίζεται, κατατρίβεται, εύθρυπτος Βικιλεξικό
    • Ο σεμεντίτης, που είναι λευκός, σπάζει εύκολα και γι' αυτό ο λευκός χυτοσίδηρος είναι πολύ ψαθυρός. (https://el.wikipedia.org/wiki/Χυτοσίδηρος)
    • Ο πολιτισμός δίνει ανάσες, «εξουδετερώνει» προσωρινά το πολιτικό ναρκοπέδιο τη δεκαετία του 1960. Η εγκιβωτισμένη εκρηκτική ύλη είναι όμως εκεί. και Η Ένωση Κέντρου έχει μόλις γεννηθεί, θεωρείται ευάλωτη, ψαθυρή. (Ελευθερία Κόλλια, Στα χρόνια του Χρήστου Λαμπράκη. Μαρτυρίες και αφηγήσεις για τον Δημοσιογραφικό Οργανισμό Λαμπράκη 1957-2017, 2023)
  2. τεχνολογίαπου αστοχεί (σπάει) χωρίς να επιδέχεται (παρά ελάχιστες) παραμορφώσεις Βικιλεξικό
    • Ολκιμότητα είναι ο δείκτης του βαθμού πλαστικής παραμόρφωσης που διατηρείται κατά την θραύση. Όλκιμα υλικά (ductile) υφίστανται πλαστική παραμόρφωση πριν από την θραύση. Ψαθυρά υλικά (brittle) ανέχονται μόνον πολύ μικρές πλαστικές παραμορφώσεις. (Διαστημικές τεχνολογίες, κεφ. 7, Δομές και Μηχανισμοί Δορυφόρων, σελ. 7 eclass.uoa.gr, Πλατφόρμα Τηλεκπαίδευσης του ΕΚΠΑ https://eclass.uoa.gr/modules/document/file.php/DI491/%CE%9A%CE%95%CE%A6%207%20%CE%94%CE%BF%CE%BC%CE%AD%CF%82%20%CE%BA%CE%B1%CE%B9%20%CE%9C%CE%B7%CF%87%CE%B1%CE%BD%CE%B9%CF%83%CE%BC%CE%BF%CE%AF%20%CE%94%CE%BF%CF%81%CF%85%CF%86%CF%8C%CF%81%CF%89%CE%BD.pdf)

Ετυμολογία

ψαθυρός < αρχαία ελληνική ψαθυρός < ψάμμος + -υρός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήψαθυρόςψαθυρήψαθυρό
Γενικήψαθυρούψαθυρήςψαθυρού
Αιτιατικήψαθυρόψαθυρήψαθυρό
Κλητικήψαθυρέψαθυρήψαθυρό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήψαθυροίψαθυρέςψαθυρά
Γενικήψαθυρώνψαθυρώνψαθυρών
Αιτιατικήψαθυρούςψαθυρέςψαθυρά
Κλητικήψαθυροίψαθυρέςψαθυρά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →