ψακή
•
- κάτι το πικρό Βικιλεξικό
- το δηλητήριο, το φαρμάκι Βικιλεξικό
- αυτή στάζει την ψακή από τ' αχείλη της
- ψοφόκρυο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ψακή < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ψακή | ψακές |
| Γενική | ψακής | ψακών |
| Αιτιατική | ψακή | ψακές |
| Κλητική | ψακή | ψακές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →