Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ψακώνω

ρήμα
•
  1. ιδιωματικόφαρμακώνω, δηλητηριάζω Βικιλεξικό
    • Φαρμάκι άδολο να ιδώ στα χείλη σου θ’αράξω / μακάρι και να ψακωθώ κι ώρα να μη βαστάξω. (Βασίλης Σκουλάς, Μαντινάδα)

Ετυμολογία

ψακώνω < ψακή + -ώνω

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςψακώνωψακώνειςψακώνειψακώνουμεψακώνετεψακώνουν / ψακώνουνε
Παρατατικόςψάκωναψάκωνεςψάκωνεψακώναμεψακώνατεψάκωναν / ψακώναν / ψακώνανε
Αόριστοςψάκωσαψάκωσεςψάκωσεψακώσαμεψακώσατεψάκωσαν / ψακώσαν / ψακώσανε
Μέλλονταςθα ψακώνω / θα ψακώσωθα ψακώνεις / θα ψακώσειςθα ψακώνει / θα ψακώσειθα ψακώνουμε / θα ψακώσουμεθα ψακώνετε / θα ψακώσετεθα ψακώνουν / θα ψακώνουνε / θα ψακώσουν / θα ψακώσουνε
Παρακείμενοςέχω ψακώσειέχεις ψακώσειέχει ψακώσειέχουμε ψακώσει——
Υπερσυντέλικοςείχα ψακώσειείχες ψακώσειείχε ψακώσειείχαμε ψακώσει——
Υποτακτικήνα έχω ψακώσει / να ψακώνω / να ψακώσωνα έχεις ψακώσει / να ψακώνεις / να ψακώσειςνα έχει ψακώσει / να ψακώνει / να ψακώσεινα έχουμε ψακώσει / να ψακώνουμε / να ψακώσουμενα ψακώνετε / να ψακώσετενα ψακώνουν / να ψακώνουνε / να ψακώσουν / να ψακώσουνε
Προστακτική—έχε ψακωμένο / ψάκωνε / ψάκωσε——ψακώνετε / ψακώστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →