ψαλιδίζω
•
- κόβω κάτι με ψαλίδι Βικιλεξικό
- ειδικότερακόβω με το ψαλίδι άκρες ή μέρη που προεξέχουν Βικιλεξικό
- Ο παππούς κάθε πρωί ψαλίδιζε το μουστάκι του.
- μεταφορικάκάνω περικοπές, μειώνω Βικιλεξικό
- Ο διευθυντής ψαλίδισε τις παροχές.
- για έργαλογοκρίνω, αφαιρώ αυθαίρετα και σκόπιμα κάποια μέρη Βικιλεξικό
- Ψαλίδισαν δύο σκηνές, διότι ήταν πολύ τολμηρές.
Ετυμολογία
ψαλιδίζω < ψαλίδ(α) + -ίζω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ψαλιδίζω | ψαλιδίζεις | ψαλιδίζει | ψαλιδίζουμε | ψαλιδίζετε | ψαλιδίζουν / ψαλιδίζουνε |
| Παρατατικός | ψαλίδιζα | ψαλίδιζες | ψαλίδιζε | ψαλιδίζαμε | ψαλιδίζατε | ψαλίδιζαν / ψαλιδίζαν / ψαλιδίζανε |
| Αόριστος | ψαλίδισα | ψαλίδισες | ψαλίδισε | ψαλιδίσαμε | ψαλιδίσατε | ψαλίδισαν / ψαλιδίσαν / ψαλιδίσανε |
| Μέλλοντας | θα ψαλιδίζω / θα ψαλιδίσω | θα ψαλιδίζεις / θα ψαλιδίσεις | θα ψαλιδίζει / θα ψαλιδίσει | θα ψαλιδίζουμε / θα ψαλιδίσουμε | θα ψαλιδίζετε / θα ψαλιδίσετε | θα ψαλιδίζουν / θα ψαλιδίζουνε / θα ψαλιδίσουν / θα ψαλιδίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ψαλιδίσει | έχεις ψαλιδίσει | έχει ψαλιδίσει | έχουμε ψαλιδίσει | έχετε ψαλιδίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ψαλιδίσει | είχες ψαλιδίσει | είχε ψαλιδίσει | είχαμε ψαλιδίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ψαλιδίσει / να ψαλιδίζω / να ψαλιδίσω | να έχεις ψαλιδίσει / να ψαλιδίζεις / να ψαλιδίσεις | να έχει ψαλιδίσει / να ψαλιδίζει / να ψαλιδίσει | να έχουμε ψαλιδίσει / να ψαλιδίζουμε / να ψαλιδίσουμε | να έχετε ψαλιδίσει / να ψαλιδίζετε / να ψαλιδίσετε | να ψαλιδίζουν / να ψαλιδίζουνε / να ψαλιδίσουν / να ψαλιδίσουνε |
| Προστακτική | — | ψαλίδιζε / ψαλίδισε | — | — | ψαλιδίζετε / ψαλιδίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →