Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ψαράδικος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που αναφέρεται στους ψαράδες και το ψάρεμα Βικιλεξικό
    • ψαράδικο καπέλο: μεγάλο πλατύγυρο ψάθινο καπέλο, σαν κι αυτό που φορούν οι ψαράδες
    • ψαράδικο παντελόνι: παντελόνι με μπατζάκια ως τα γόνατα

Ετυμολογία

ψαράδικος < ψαράς (πληθυντικός: ψαράδες) + -ικος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήψαράδικοςψαράδικηψαράδικο
Γενικήψαράδικουψαράδικηςψαράδικου
Αιτιατικήψαράδικοψαράδικηψαράδικο
Κλητικήψαράδικεψαράδικηψαράδικο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήψαράδικοιψαράδικεςψαράδικα
Γενικήψαράδικωνψαράδικωνψαράδικων
Αιτιατικήψαράδικουςψαράδικεςψαράδικα
Κλητικήψαράδικοιψαράδικεςψαράδικα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →