ψαροκάλαθο
•
- αλιείακαλάθι (συνήθως ρηχό και πλατύ), στο οποίο τοποθετούνται ψάρια Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ψαροκάλαθο < ψαρο- + καλάθ(ι) + -ο
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ψαροκάλαθο | ψαροκάλαθα |
| Γενική | ψαροκάλαθου | ψαροκάλαθων |
| Αιτιατική | ψαροκάλαθο | ψαροκάλαθα |
| Κλητική | ψαροκάλαθο | ψαροκάλαθα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →