ψαρομέλιγγος
•
- λογοτεχνικόπου έχει γκρίζους κροτάφους Βικιλεξικό
- 19ος/20ός αιώνας, ⌘ Νίκος Καζαντζάκης, Ο Καπετάν Μιχάλης (Ελευτερία ή Θάνατος), εκδόσεις: Ελ. Καζαντζάκη, 1964, αρχική έκδοση 1953, @google.gr/books.
- Πήγαιναν νὰ προσκυνήσουν τὸ λεβέντη ψαρομέλιγγο καπετάνιο τοῦ Μεγάλου Κάστρου, […]
Ετυμολογία
ψαρομέλιγγος < ψαρ(ός) + -ο- + μελίγγ(ι) + -ος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ψαρομέλιγγος | ψαρομέλιγγη | ψαρομέλιγγο |
| Γενική | ψαρομέλιγγου | ψαρομέλιγγης | ψαρομέλιγγου |
| Αιτιατική | ψαρομέλιγγο | ψαρομέλιγγη | ψαρομέλιγγο |
| Κλητική | ψαρομέλιγγε | ψαρομέλιγγη | ψαρομέλιγγο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ψαρομέλιγγοι | ψαρομέλιγγες | ψαρομέλιγγα |
| Γενική | ψαρομέλιγγων | ψαρομέλιγγων | ψαρομέλιγγων |
| Αιτιατική | ψαρομέλιγγους | ψαρομέλιγγες | ψαρομέλιγγα |
| Κλητική | ψαρομέλιγγοι | ψαρομέλιγγες | ψαρομέλιγγα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →