αγουρομελιγγάτος
•
- μεταφορικάπου έχει μαύρα μαλλιά στους κροτάφους, ο νεαρός άντρας Βικιλεξικό
- 19ος/20ός αιώνας, ⌘ Νίκος Καζαντζάκης, Οδύσεια , Α΄ στίχ. 226 αρχική έκδοση: 1938
Ετυμολογία
αγουρομελιγγάτος < αγουρο- + μελίγγ(ι) + -άτος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αγουρομελιγγάτος | αγουρομελιγγάτη | αγουρομελιγγάτο |
| Γενική | αγουρομελιγγάτου | αγουρομελιγγάτης | αγουρομελιγγάτου |
| Αιτιατική | αγουρομελιγγάτο | αγουρομελιγγάτη | αγουρομελιγγάτο |
| Κλητική | αγουρομελιγγάτε | αγουρομελιγγάτη | αγουρομελιγγάτο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αγουρομελιγγάτοι | αγουρομελιγγάτες | αγουρομελιγγάτα |
| Γενική | αγουρομελιγγάτων | αγουρομελιγγάτων | αγουρομελιγγάτων |
| Αιτιατική | αγουρομελιγγάτους | αγουρομελιγγάτες | αγουρομελιγγάτα |
| Κλητική | αγουρομελιγγάτοι | αγουρομελιγγάτες | αγουρομελιγγάτα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →