ψαρώνω
•
- αργκότα χάνω, σαστίζω, νιώθω αμήχανος και φοβισμένος, ιδιαίτερα απέναντι σε κάποιον ανώτερο ιεραρχικά ή γενικά ισχυρότερο Βικιλεξικό
- είδε το λοχία και ψάρωσε
- αργκόκάνω κάποιον να σαστίσει, να τα χάσει Βικιλεξικό
- έχει τον τρόπο να ψαρώνει τα νεούδια με ένα βλέμμα
- αργκότην πατάω, πιάνομαι κορόιδο, ξεγελιέμαι Βικιλεξικό
- μου έκανε πλάκα κι εγώ ψάρωσα
- αργκόπιάνω κάποιον κορόιδο, ξεγελώ Βικιλεξικό
- σε ψάρωσε έτσι εύκολα;
Ετυμολογία
ψαρώνω < ψάρι (στρατιωτική αργκό: νέος, νεοσύλλεκτος) + κατάληξη -ώνω
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →