ψατζή
•
- μεταφορικάτο υπερβολικό κρύο, ψόφος Βικιλεξικό
- το δηλητήριο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ψατζή < *ψιάκιον, υποκοριστικό του ελληνιστική κοινή ψίαξ (σταγόνα) • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →